Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πατούρα οι πατούρες
      γενική της πατούρας
    αιτιατική την πατούρα τις πατούρες
     κλητική πατούρα πατούρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

 
με μπεζ χρώμα φαίνονται οι πατούρες (1) των ξύλινων πλακιδίων του παρκέ
πατούρα < → λείπει η ετυμολογία
 
με το 1 υποδεικνύεται η πατούρα (2)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
με κόκκινο υποδεικνύονται οι πατούρες (3) των γραμμάτων

πατούρα θηλυκό

  1. το τμήμα ενός αντικειμένου το οποίο προεξέχει ή δημιουργεί εσοχή και χρησιμοποιείται για πιο ισχυρή σύνδεση με διπλανά αντικείμενα
  2. (τυπογραφία) τμήμα του τυπογραφικού στοιχείου, πιο χαμηλό από το σώμα του γράμματος που εκτυπώνεται, που χρησιμεύει για να κρατάει απόσταση από τα γύρω στοιχεία
  3. (τυπογραφία) τμήμα του γράμματος το οποίο προεξέχει από το απλό
    βάλε μια απλή γραμματοσειρά, χωρίς πατούρες, όπως τα Arial
    Συνώνυμα ακρέμονας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία