Ετυμολογία

επεξεργασία
πέπερις < πέπερ(ι) (ουδέτερο) + -ις

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πεπεριδ-
ονομαστική πέπερις οἱ πεπέριδες
      γενική τοῦ πεπέριδος τῶν πεπερίδων
      δοτική τῷ πεπέριδ τοῖς πεπέρισ(ν)
    αιτιατική τὸν πέπεριν τοὺς πεπέριδᾰς
     κλητική ! πέπερι πεπέριδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πεπέριδε
γεν-δοτ τοῖν  πεπερίδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἔρις' όπως «ἔρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

πέπερις αρσενικό

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πεπεριδ-
ονομαστική πέπερις αἱ πεπέριδες
      γενική τῆς πεπέριδος τῶν πεπερίδων
      δοτική τῇ πεπέριδ ταῖς πεπέρισ(ν)
    αιτιατική τὴν πέπεριν τὰς πεπέριδᾰς
     κλητική ! πέπερι πεπέριδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πεπέριδε
γεν-δοτ τοῖν  πεπερίδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἔρις' όπως «ἔρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

πέπερις θηλυκό