Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάρηβος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πάρηβος

  1. που πέρασε την ακμή της νεότητας, αυτός που πέρασε την ήβη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία