Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οξεοποίηση οι οξεοποιήσεις
      γενική της οξεοποίησης των οξεοποιήσεων
    αιτιατική την οξεοποίηση τις οξεοποιήσεις
     κλητική οξεοποίηση οξεοποιήσεις
Η λόγια γενική ενικού (οξεοποιήσεως) δεν συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οξεοποίηση < (οξεοποιώ) οξεοποιη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε οξεο- + -ποίηση.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οξεοποίηση θηλυκό

  1. (χημεία, βιοχημεία) η διαδικασία και το αποτέλεσμα του οξεοποιώ
  2. αύξηση της οξύτητας ουσίας ή περιβάλλοντος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία