Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο οινοχόος οι οινοχόοι
      γενική του οινοχόου των οινοχόων
    αιτιατική τον οινοχόο τους οινοχόους
     κλητική οινοχόε οινοχόοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οινοχόος < αρχαία ελληνική οἰνοχόος < οἶνος + χέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οινοχόος αρσενικό

  1. στην αρχαιότητα, υπηρέτης που κερνούσε κρασί τους συμποσιαστές
  2. ένας υπάλληλος του εστιατορίου του οποίου ο ρόλος είναι να συμβουλεύει τον πελάτη, να παίρνει την παραγγελία και να εξασφαλίζει το σωστό σερβίρισμα των ποτών, ενίοτε να συμβουλεύει τον εργοδότη του για την αγορά των κρασιών και να διαχειρίζεται την κάβα των κρασιών.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία