Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

οικονομίες < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οικονομίες θηλυκό στον πληθυντικό

  1. τα χρήματα που μαζεύει κάποιος προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει αργότερα, συνήθως για μια έκτακτη ανάγκη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

οικονομίες