Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

οικονομίες < πληθυντικός του οικονομία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οικονομίες θηλυκό στον πληθυντικό

  • τα χρήματα που μαζεύει κάποιος προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει αργότερα, συνήθως για μια έκτακτη ανάγκη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

οικονομίες