Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οδόσημο τα οδόσημα
      γενική του οδοσήμου των οδοσήμων
    αιτιατική το οδόσημο τα οδόσημα
     κλητική οδόσημο οδόσημα
Παράρτημα

οδός+σήμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οδόσημο ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία