Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο οδηγητής οι οδηγητές
      γενική του οδηγητή των οδηγητών
    αιτιατική τον οδηγητή τους οδηγητές
     κλητική οδηγητή οδηγητές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οδηγητής < οδηγώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οδηγητής αρσενικό, οδηγήτρια και οδηγήτρα θηλυκό

  1. αυτός που οδηγεί, κατευθύνει άλλους σε μια πορεία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία