Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ογκομετρική < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ογκομετρική θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

ογκομετρική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία