Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξινάρι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξινάρι ουδέτερο

  1. μικρή αξίνα
  2. (στην Τήνο) δημόσια κρήνη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία