Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπιμπερό τα μπιμπερά
      γενική του μπιμπερού των μπιμπερών
    αιτιατική το μπιμπερό τα μπιμπερά
     κλητική μπιμπερό μπιμπερά
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπιμπερό < γαλλική biberon

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπιμπερό ουδέτερο άκλιτο

  • είδος μπουκαλιού στο οποίο τοποθετείται τεχνητή θηλή και χρησιμοποιείται κυρίως για παροχή τροφής σε μικρά (ανθρώπων ή άλλων θηλαστικών)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία