Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μιτογόνο τα μιτογόνα
      γενική του μιτογόνου των μιτογόνων
    αιτιατική το μιτογόνο τα μιτογόνα
     κλητική μιτογόνο μιτογόνα
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μιτογόνο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μιτογόνο ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μιτογόνο