Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μετασχηματιστής οι μετασχηματιστές
      γενική του μετασχηματιστή των μετασχηματιστών
    αιτιατική τον μετασχηματιστή τους μετασχηματιστές
     κλητική μετασχηματιστή μετασχηματιστές
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Το σύμβολο του μετασχηματιστή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετασχηματιστής < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική transformateur < transformer (μετασχηματίζω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετασχηματιστής αρσενικό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία