Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαντάλωμα τα μανταλώματα
      γενική του μανταλώματος των μανταλωμάτων
    αιτιατική το μαντάλωμα τα μανταλώματα
     κλητική μαντάλωμα μανταλώματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαντάλωμα < μανταλώνω < μανδαλώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαντάλωμα ουδέτερο (ο πληθ. όχι συνήθης)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία