Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαγειρειό < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαγειρειό ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) το μαγειρείο