Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάσκαρα < αγγλική mascara < ιταλική maschera ("μάσκα")

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάσκαρα θηλυκό άκλιτο

  1. καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να βάφονται οι βλεφαρίδες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία