Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λυκειάρχης < λύκειο + -άρχης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λυκειάρχης αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο διευθυντής ενός λυκείου (σχολείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία