Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογικεύω < ελληνιστική κοινή λογικεύομαι < αρχαία ελληνική λογικός < λόγος < λέγω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /lɔ.ʝi.ˈkε.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

λογικεύω (παθητική φωνή: λογικεύομαι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία