Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λιμνόφιδο τα λιμνόφιδα
      γενική του λιμνόφιδου των λιμνόφιδων
    αιτιατική το λιμνόφιδο τα λιμνόφιδα
     κλητική λιμνόφιδο λιμνόφιδα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιμνόφιδο < → δείτε τις λέξεις λίμνη και φίδι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιμνόφιδο ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία