Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λανάρι λανάρια
γενική λαναριού λαναριών
αιτιατική λανάρι λανάρια
κλητική λανάρι λανάρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λανάρι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λανάρι ουδέτερο

  1. οδοντωτό εργαλείο που χρησιμοποιούν αυτοί που ξαίνουν το μαλλί ή το βαμβάκι πριν το κλώσιμο· το αντίστοιχο μηχάνημα.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία