Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κόθορνος οι κόθορνοι
      γενική του κοθόρνου
& κόθορνου
των κοθόρνων
    αιτιατική τον κόθορνο τους κοθόρνους
& κόθορνους
     κλητική κόθορνε κόθορνοι
όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόθορνος < αρχαία ελληνική κόθορνος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόθορνος αρσενικό

  • (στην αρχαιότητα) είδος μπότας με χοντρή σόλα που δενόταν μπροστά με κορδόνια και ταίριαζε και στα δυο πόδια
    οι ηθοποιοί στην αρχαία τραγωδία φορούσαν κοθόρνους για να φαίνονται ψηλότεροι και επιβλητικότεροι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία