Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ κοσμογράφος τὸ κοσμογράφον οἱ, αἱ κοσμογράφοι τὰ κοσμογράφα
Γενική τοῦ, τῆς κοσμογράφου τοῦ κοσμογράφου τῶν κοσμογράφων τῶν κοσμογράφων
Δοτική τῷ, τῇ κοσμογράφῳ τῷ κοσμογράφῳ τοῖς, ταῖς κοσμογράφοις τοῖς κοσμογράφοις
Αιτιατική τὸν, τὴν κοσμογράφον τὸ κοσμογράφον τοὺς, τὰς κοσμογράφους τὰ κοσμογράφα
Κλητική κοσμογράφε κοσμογράφον κοσμογράφοι κοσμογράφα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική κοσμογράφω
Γενική-Δοτική κοσμογράφοιν


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η κοσμογράφος οι κοσμογράφοι
      γενική του/της κοσμογράφου των κοσμογράφων
    αιτιατική τον/την κοσμογράφο τους/τις κοσμογράφους
     κλητική κοσμογράφε κοσμογράφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοσμογράφος < κόσμος + γράφω + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοσμογράφος, -ος, -ον

  • που καταγράφει και περιγράφει τον κόσμο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία