ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κατάταξῐς αἱ κατατάξεις
      γενική τῆς κατατάξεως τῶν κατατάξεων
      δοτική τῇ κατατάξει ταῖς κατατάξεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν κατάταξῐν τὰς κατατάξεις
     κλητική ! κατάταξῐ κατατάξεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κατατάξει
γεν-δοτ τοῖν  καταταξέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κατάταξις (ελληνιστική κοινή) < κατατάσσω, κατα-*ταγ-(jω) + -σις > -ξις
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: κατάταξη

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

κατάταξις, -εως θηλυκό