↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κατάκρυος η κατάκρυη το κατάκρυο
      γενική του κατάκρυου της κατάκρυης του κατάκρυου
    αιτιατική τον κατάκρυο την κατάκρυη το κατάκρυο
     κλητική κατάκρυε κατάκρυη κατάκρυο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κατάκρυοι οι κατάκρυες τα κατάκρυα
      γενική των κατάκρυων των κατάκρυων των κατάκρυων
    αιτιατική τους κατάκρυους τις κατάκρυες τα κατάκρυα
     κλητική κατάκρυοι κατάκρυες κατάκρυα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κατάκρυος < κατά- + κρύος

  Επίθετο

επεξεργασία

κατάκρυος, -η, -ο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία