Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καστράκι τα καστράκια
      γενική
    αιτιατική το καστράκι τα καστράκια
     κλητική καστράκι καστράκια
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καστράκι < κάστρο + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καστράκι ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε κάστρο