Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καθίζηση οι καθιζήσεις
      γενική της καθίζησης
& καθιζήσεως
των καθιζήσεων
    αιτιατική την καθίζηση τις καθιζήσεις
     κλητική καθίζηση καθιζήσεις
Παράρτημα

υποχώρηση, οπισθοδρόμηση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθίζηση θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία