Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάμιλος καμίλω κάμιλοι
Γενική καμίλου καμίλοιν καμίλων
Δοτική καμίλ καμίλοιν καμίλοις
Αιτιατική κάμιλον καμίλω καμίλους
Κλητική κάμιλε καμίλω κάμιλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμιλος < κάμηλος[1] < πρωτοσημιτική *gamal

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάμιλος αρσενικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Από παρανόηση, ήδη στην ελληνιστική περίοδο, λόγω της βιβλικής φράσης: «εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ εἰσελθεῖν» (Κατά Ματθαίον, ιθ', 24), («διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες»)

  ΠηγέςΕπεξεργασία