Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θυροφύλακας θυροφύλακες
γενική θυροφύλακα θυροφυλάκων
αιτιατική θυροφύλακα θυροφύλακες
κλητική θυροφύλακα θυροφύλακες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θυροφύλακας < θύρα + φύλακας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θυροφύλακας αρσενικό

  1. ο επιφορτισμένος στον έλεγχο εισόδου - εξόδου πύλης, ή πόρτας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία