Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θαλασσαιμία οι θαλασσαιμίες
      γενική της θαλασσαιμίας των θαλασσαιμιών
    αιτιατική τη θαλασσαιμία τις θαλασσαιμίες
     κλητική θαλασσαιμία θαλασσαιμίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλασσαιμία < νεολατινική thalassaemia (ονομασία που προτάθηκε από το πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ το 1925) < αρχαία ελληνική θάλασσα + αἷμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θαλασσαιμία θηλυκό

  1. άλλη ονομασία για τη μεσογειακή αναιμία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία