Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλαμωτός < θάλαμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θαλαμωτός

  1. που έχει σχήμα θαλάμου, θαλαμοειδής
  2. διαιρεμένος σε θαλάμους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία