Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επισημείωση οι επισημειώσεις
      γενική της επισημείωσης
& επισημειώσεως
των επισημειώσεων
    αιτιατική την επισημείωση τις επισημειώσεις
     κλητική επισημείωση επισημειώσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επισημείωση θηλυκό

  1. σημείωση πάνω στο κείμενο
  2. (προγραμματισμός) το ειδικό σύμβολο για την κατηγοριοποίηση μεταβλητών σε κάποιες γλώσσες προγραμματισμού, όπως το σύμβολο $ στις μεταβλητές της Perl

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία