Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εκμαυλιστής οι εκμαυλιστές
      γενική του εκμαυλιστή των εκμαυλιστών
    αιτιατική τον εκμαυλιστή τους εκμαυλιστές
     κλητική εκμαυλιστή εκμαυλιστές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκμαυλιστής < εκμαυλίζω + -τής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκμαυλιστής αρσενικό (θηλυκό: εκμαυλίστρια)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία