Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εικόνισμα εικονίσματα
γενική εικονίσματος εικονισμάτων
αιτιατική εικόνισμα εικονίσματα
κλητική εικόνισμα εικονίσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εικόνισμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εικόνισμα ουδέτερο

  1. θρησκευτική εικόνα

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κάνω εικόνισμα σε κάποιον: έκφραση που δείχνει τη μεγάλη ευγνωμοσύνη που χρώστώ σε κάποιον

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία