εικοσάευρο

Ελληνικά (el) Edit

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εικοσάευρο εικοσάευρα
γενική εικοσάευρου εικοσάευρων
αιτιατική εικοσάευρο εικοσάευρα
κλητική εικοσάευρο εικοσάευρα

  Ετυμολογία Edit

εικοσάευρο < είκοσι + ευρώ

  ΟυσιαστικόEdit

εικοσάευρο ουδέτερο

  1. (νεολογισμός) είκοσι ευρώ
  2. (οικονομία) (νεολογισμός) ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ
    Πενηντάευρα και εικοσάευρα προτιμούν οι παραχαράκτες. (*)

Συγγενικές λέξειςEdit

  ΜεταφράσειςEdit