Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δυσφασία οι δυσφασίες
      γενική της δυσφασίας των δυσφασιών
    αιτιατική τη δυσφασία τις δυσφασίες
     κλητική δυσφασία δυσφασίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ουσιαστικό επεξεργασία

δυσφασία θηλυκό

Υπώνυμα επεξεργασία

  • δυσφασία διεγκεφαλικής επικοινωνίας
  • δυσφασία Broca, δυσφασία περιοχής Broca
  • δυσφασία Wernicke, δυσφασία περιοχής Wernicke

  Μεταφράσεις επεξεργασία