Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δρύοψ δρύοπε δρύοπες
Γενική δρύοπος δρυόποιν δρυόπων
Δοτική δρύοπι δρυόποιν δρύοψι(ν)
Αιτιατική δρύοπα δρύοπε δρύοπας
Κλητική δρύοψ δρύοπε δρύοπες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δρύοψ < δρῦς + ὄψ (< ὁράω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δρύοψ αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία