Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διαργιλάνιο τα διαργιλάνια
      γενική του διαργιλανίου
διαργιλάνιου
των διαργιλανίων
    αιτιατική το διαργιλάνιο τα διαργιλάνια
     κλητική διαργιλάνιο διαργιλάνια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαργιλάνιο < δι- + αργιλάνιο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαργιλάνιο ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία