Δείτε επίσης: δικάζω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεκάζω < αρχαία ελληνική δεκάζω < δέχομαι ή δέκομαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðeˈka.zo/
συλλαβισμός: δε‐κά‐ζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

δεκάζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεκάζω < δέκομαι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δεκάζω

  ΠηγέςΕπεξεργασία