Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΜετοχήΕπεξεργασία

δεδικασμένο ουδέτερο (η μετοχή αυτή έχει ουσιαστικοποιηθεί)

  1. η δέσμευση που απορρέει από μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση
  2. δικαστική απόφαση που δεν μπορεί να ακυρωθεί από άλλη και αποτελεί νόμο για την έκδοση απόφασης σε παρόμοια υπόθεση
    το δεδικασμένο μεταξύ διαδίκων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία