Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίευρο δίευρα
γενική δίευρου δίευρων
αιτιατική δίευρο δίευρα
κλητική δίευρο δίευρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίευρο < (δις) δί- + ευρ(ώ) + -ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δίευρο ουδέτερο

  1. (νεολογισμός) δύο ευρώ
  2. (νεολογισμός) ένα κέρμα των δύο ευρώ
    Η Μάχη του Μαραθώνα σε δίευρο, με αφορμή την επέτειο των 2.500 χρόνων. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία