Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γάμημα τα γαμήματα
      γενική του γαμήματος των γαμημάτων
    αιτιατική το γάμημα τα γαμήματα
     κλητική γάμημα γαμήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάμημα < γα μάω/γ αμώ + -ημα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάμημα ουδέτερο