Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάζωμα < γαζώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάζωμα ουδέτερο

  1. το ράψιμο στη ραπτομηχανή
  2. (μεταφορικά) το να γεμίζεις κάτι με τρύπες, πυροβολώντας εναντίον του με ριπή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία