Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαλλίζω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bal- (=κουνώ, χορεύω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

βαλλίζω (σύνηθες στη Σικελία και τη Μεγάλη Ελλάδα)

  1. ρίχνω τα πόδια μου εδώ κι εκεί
  2. χορεύω
     συνώνυμα: κωμάζω, χορεύω
    • ὅτι τὸ βαλλίζειν ἤτοι κωμάζειν ἢ χορεύειν ἤ τι τοιοῦτον καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ παραγόμενον ὁ βαλλισμός, παρὰ πολλοῖς τῶν ἀρχαίων εὕρηται, ᾿Επίχαρμός τε γάρ φησι καὶ Σώφρων καὶ ῎Αλεξις μέμνηται τῆς λέξεως. (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 2, 1, 173, 20-22)
    • Τίς ἐκ πάντων τούτων δύναται ἀποδεῖξαι ὅτι ἁρμόζει Χριστιανοῖς κιθαρίζειν, ἢ ὀρχεῖσθαι, ἢ βαλλίζειν, ἢ χοραυλεῖν, ἢ ἐπιφωνεῖν, ἢ μαντεύεσθαι, ἢ ποιεῖν τὰ λεγόμενα φυλακτήρια, ἢ φορᾶν αὐτά, ἢ ἐπερωτᾶν δαίμοσιν, ἢ μεθύσκεσθαι, ἢ ἀνέχεσθαι τῶν τὰ τοιαῦτα παράνομα ποιούντων ἔργα; (Εφραίμ ο Σύρος, Ὅτι οὐ δεῖ παίζειν Χριστιανούς, 241, 8-12)
  3. σκιρτώ
  4. πηδώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Αλλόγλωσσα παράγωγαΕπεξεργασία