Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφικνούμαι < αρχαία ελληνική ἀφικνέομαι, -οῦμαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

αφικνούμαι

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία