Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυλόπορτα οι αυλόπορτες
      γενική της αυλόπορτας
    αιτιατική την αυλόπορτα τις αυλόπορτες
     κλητική αυλόπορτα αυλόπορτες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
σπάνια γενική πληθυντικού: των αυλοπορτών
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυλόπορτα < αυλή + -ο- + πόρτα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυλόπορτα θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία