Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο απτηνοδύτης οι απτηνοδύτες
      γενική του απτηνοδύτη των απτηνοδυτών
    αιτιατική τον απτηνοδύτη τους απτηνοδύτες
     κλητική απτηνοδύτη απτηνοδύτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απτηνοδύτης < α- + πτηνό + δύτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απτηνοδύτης αρσενικό