αποϊδρυματοποίηση
Νέα ελληνικά (el)
επεξεργασία↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
---|---|---|---|---|
ονομαστική | η | αποϊδρυματοποίηση | οι | αποϊδρυματοποιήσεις |
γενική | της | αποϊδρυματοποίησης* | των | αποϊδρυματοποιήσεων |
αιτιατική | την | αποϊδρυματοποίηση | τις | αποϊδρυματοποιήσεις |
κλητική | αποϊδρυματοποίηση | αποϊδρυματοποιήσεις | ||
* παλιότερος λόγιος τύπος, αποϊδρυματοποιήσεως | ||||
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά |
Ετυμολογία
επεξεργασία- αποϊδρυματοποίηση < απο- + ιδρυματοποιώ
Ουσιαστικό
επεξεργασίααποϊδρυματοποίηση θηλυκό
- η ελαχιστοποίηση του αριθμού των ατόμων που διαβιούν σε κλειστά ιδρύματα
- ※ επισημαίνοντας ότι καμία αλλαγή δεν μπορεί να γίνει στην παιδική προστασία χωρίς κατάργηση της ιδρυματικής φροντίδας, κλείσιμο των μεγάλων ιδρυμάτων και ενίσχυση ευάλωτων οικογενειών με παιδιά μέσω της υλοποίησης μιας Εθνικής Στρατηγικής Αποϊδρυματοποίησης (Μόνη διέξοδος για τα παιδιά η αποϊδρυματοποίηση, newsbeast.gr, 18/05/2022 [1])
Συνώνυμα
επεξεργασίαΑντώνυμα
επεξεργασίαΔείτε επίσης
επεξεργασίαΜεταφράσεις
επεξεργασία αποϊδρυματοποίηση
|