Ετυμολογία

επεξεργασία
ιδρυματοποιώ < ίδρυμα και ποιώ

ιδρυματοποιώ

  • εγκλείω ανθρώπους σε νοσηλευτικά ή άλλα ιδρύματα (ή τους κάνω να εξαρτηθούν από αυτά) και προκαλώ σε αυτούς τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή αντί να τους βοηθήσω να ενταχθούν κοινωνικά (να τους κοινωνικοποιήσω), μακροπρόθεσμα τους αποκλείω από τον κοινωνικό ιστό
    ※  Στόχος του Σχεδίου Δράσης πρόληψης και αντιμετώπισης της έλλειψης στέγης αποτελεί η προσπάθεια μετατροπής της έννοιας της αστεγίας και της υποστηρικτικής διαδικασίας, σε μια ενέργεια η οποία δεν μετατρέπει τους αστέγους σε παθητικούς αποδέκτες κοινωνικών υπηρεσιών και επιδομάτων, δεν τους ιδρυματοποιεί σε κλειστές δομές μακροχρόνιας φιλοξενίας, αλλά τους καθιστά ενεργούς πολίτες, στον άξονα μιας συνολικής προσπάθειας επανένταξής τους στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. (Σχέδιο Δράσης για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έλλειψης στέγης, εφημ. Ο Χρόνος Κοζάνης, 22/9/2023 [1])
    ※  Όταν δεν επιτρέπεται σε ένα παιδί να αφήσει το ίδρυμα και να ζήσει σε μια οικογένεια, επειδή οι ενήλικες σε αυτή την οικογένεια είναι ομόφυλο ζευγάρι, ποιος ιδρυματοποιεί; Το ίδρυμα ή οι νομοθέτες; (Το ανάπηρο (ελληνικό) Δημόσιο , liberal.gr, 25/04/2019 [2])

  Μεταφράσεις

επεξεργασία