Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απονύχι τα απονύχια
      γενική του απονυχιού των απονυχιών
    αιτιατική το απονύχι τα απονύχια
     κλητική απονύχι απονύχια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απονύχι < απο- + νύχι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απονύχι ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία