Ελληνικά (el)Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανακολουθία οι ανακολουθίες
      γενική της ανακολουθίας των ανακολουθιών
    αιτιατική την ανακολουθία τις ανακολουθίες
     κλητική ανακολουθία ανακολουθίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανακολουθία < (ελληνιστική κοινή) ἀνακολουθία < (ελληνιστική κοινή) ἀνακόλουθος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανακολουθία θηλυκό

  1. ασυνέπεια, έλλειψη ειρμού, αντιφάσεις
    Αν θέλεις να κάνουμε οικονομία, πώς θα πάρουμε καινούργια τηλεόραση; Διακρίνω μια ανακολουθία εδώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία